Σημασία του τσοπανάκος | Babel Free
t͡so.paˈna.kosΟρισμοί
-
νεαρός βοσκός diminutive
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Τσοπανάκου)
- κοινή ονομασία στρουθιόμορφων πτηνών
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: Τσοπανάκης”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free