Σημασία του τσικουνγκούνια | Babel Free
Ορισμοί
ιογενής νόσος που μεταδίδεται κυρίως μέσω κουνουπιών του γένους Aedes, προκαλώντας αιφνίδια πυρετό και έντονους, παρατεταμένους πόνους στις αρθρώσεις
neologism
Παραδείγματα
“※ Δεδομένης αυτής της ανησυχίας, η ανακοίνωση χθες του FDA —Ομοσπονδιακός Οργανισμός Φαρμάκων των ΗΠΑ— ότι ενέκρινε το πρώτο εμβόλιο κατά του ιού τσικουνγκούνια, το οποίο ανέπτυξε ο φαρμακευτικός όμιλος Valneva, προκάλεσε ανακούφιση και αισιοδοξία στους υγειονομικούς οργανισμούς του υπόλοιπου κόσμου. (www.kathimerini.gr, 11.11.2023)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free