τσακώνικων
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσακώνικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του τσακωνικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τσακώνικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του τσακωνική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσακώνικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του τσακωνικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free