τσακώθηκαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
Παραδείγματα
“Τα δύο αδέρφια τσακώθηκαν για την κληρονομιά.”
The two brothers quarreled over the inheritance.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free