Meaning of τσακίζομαι | Babel Free
/t͡saˈci.zo.me/Ορισμοί
-
παθητική φωνή του ρήματος τσακίζω no-gloss
- καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια (να εξυπηρετήσω, να βοηθήσω)
-
απαίτηση γρήγορης εξυπηρέτησης offensive
Παραδείγματα
“τσακίστηκα να τον βοηθήσω κι εκείνος ούτ' ένα «ευχαριστώ» δεν μου είπε”
“άντε τώρα! τσακίσου να μου φέρεις τον καφέ. Και όχι νερόβραστο όπως εχθές!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.