τσίρκου
Ορισμοί
-
γενική ενικού του τσίρκο genitive, singular
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“Η παράσταση του τσίρκου άρχισε με τους ακροβάτες.”
The circus show began with the acrobats.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free