Σημασία του τσίκνα | Babel Free
ˈtsi.knaΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η χαρακτηριστική μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται στα κάρβουνα (ή που έχει καεί)
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τσίκνας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τσίκνας
Παραδείγματα
“※ Πού καιρός για σουτ και πού διάθεση για στριμωξίδι στην καντίνα, απ' όπου έβγαινε η τσίκνα και η υπόσχεση για το λαχταριστό σουβλάκι. (Κώστας Ακρίβος (1994) Αρρένων και άλλων αποδημητικών)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free