Meaning of Τσάκωνας | Babel Free
/ˈtsakonas/Ορισμοί
- μέλος πληθυσμιακής ομάδας, εγκατεστημένης στην ανατολική Πελοπόννησο, στην επαρχία Κυνουρίας, τα μέλη της οποίας μιλούν μία ξεχωριστή νεοελληνική διάλεκτο, την τσακωνική / τα τσακωνικά
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
English
Tsakonian
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.