Σημασία του τριβείο | Babel Free
Ορισμοί
- : χειροκίνητο εργαλείο, ή ηλεκτρική συσκευή απόξεσης ή λείανσης
- μηχανικό συγκρότημα τριβής ή σύνθλιψης, όπως π.χ. ελαιοτριβείο
Ισοδύναμα
Català
fregadora
Čeština
bruska
English
Sander
Español
lijadora
Galego
lixadora
Bahasa Indonesia
pengampelas
Русский
пескоразбрасыватель
Українська
пісочниця
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free