Meaning of τριβείο | Babel Free
Ορισμοί
- : χειροκίνητο εργαλείο, ή ηλεκτρική συσκευή απόξεσης ή λείανσης
- μηχανικό συγκρότημα τριβής ή σύνθλιψης, όπως π.χ. ελαιοτριβείο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.