τραίνου
Ορισμοί
-
γενική ενικού του τραίνο genitive, singular
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“Το βαγόνι του τραίνου ήταν γεμάτο επιβάτες.”
The train's carriage was full of passengers.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free