Meaning of τοκάς | Babel Free
/toˈkas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
κυλινδρική πέτρα που είναι ο στόχος στο παιδικό παιχνίδι αμάδες rare
-
γενική ενικού του τόκα genitive, singular
- άλλη μορφή του τόκα (θηλυκό)
Παραδείγματα
“※ Παραλλαγή. Τά κέρματα στήνονται ἐπάνω σέ μιά πέτρα μικρή, ὀρθογωνισμένη κάπως (τόκας, μπουκλάς). Κάθε παίχτης ἔχει καί τήν «ἀμάδα» (ἢ τσαμάδα) του, μικρή πέτρα πλακερή («φτινάδα»).”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.