HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τοκάς | Babel Free

Noun CEFR B1
/toˈkas/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. κυλινδρική πέτρα που είναι ο στόχος στο παιδικό παιχνίδι αμάδες
    rare
  3. γενική ενικού του τόκα
    genitive, singular
  4. άλλη μορφή του τόκα (θηλυκό)

Παραδείγματα

“※ Παραλλαγή. Τά κέρματα στήνονται ἐπάνω σέ μιά πέτρα μικρή, ὀρθογωνισμένη κάπως (τόκας, μπουκλάς). Κάθε παίχτης ἔχει καί τήν «ἀμάδα» (ἢ τσαμάδα) του, μικρή πέτρα πλακερή («φτινάδα»).”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τοκάς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course