τζαμλίκι
Ορισμοί
- κάσωμα στο οποίο στερεώνονται οι υαλοπίνακες (τα τζάμια)
- χώρισμα / τοίχος / διάφραγμα φτιαγμένο από τζάμι / υαλοστάσιο
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free