Meaning of ταρσός | Babel Free
/taɾˈsos/Ορισμοί
- αρχαία πόλη της Μικράς Ασίας στην Κιλικία (θηλυκό)
- ο σκελετός του πίσω άκρου ποδιού, που αποτελείται από επτά μικρά οστά σε τρεις σειρές
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας (αρσενικό)
- το ινώδες πέταλο των βλεφάρων
Ισοδύναμα
English
tarsus
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.