Meaning of ταξιδεύων | Babel Free
Ορισμοί
εκείνος που κάνει ταξίδι, ενώ ταξιδεύει, με το να κάνει ταξίδι
archaic
Παραδείγματα
“οι ταξιδεύοντες προς Κρήτη παρακαλούνται να προσέλθουν εις την...”
“※ Οι ταξιδεύοντες αεροπορικώς στο εσωτερικό της ΕΕ πολίτες έχουν το δικαίωμα να αγοράζουν αδασμολόγητα είδη από τα ευρισκόμενα στα διεθνή αεροδρόμια ειδικά καταστήματα. Ωστόσο, οι ταξιδιώτες μπορούν να αγοράζουν τα είδη αυτά μόνον από τα καταστήματα του αεροδρομίου αναχώρησης. (eur‑lex.europa.eu, ερώτηση προς την Επιτροπή, 1997)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.