ταξίδεψαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
Παραδείγματα
“Οι φίλοι μου ταξίδεψαν στην Ιταλία το καλοκαίρι.”
My friends traveled to Italy in the summer.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free