τάκο
Ορισμοί
-
αιτιατική ενικού του τάκος accusative, singular
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“Έβαλε έναν ξύλινο τάκο κάτω από το τραπέζι για να μην κουνιέται.”
He put a wooden wedge under the table so it wouldn't wobble.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free