Meaning of σόκα | Babel Free
Ορισμοί
β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος σοκάρω
Παραδείγματα
“(ναυτικός όρος) {παράγγελμα): αγάντα αργά, κράτα αργά, κάποιο αντικείμενο, όπως κάβο, συρματόσχοινο, αλυσίδα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.