Meaning of σφυρίδα | Babel Free
/sfiˈɾi.ða/Ορισμοί
- μεγάλο ψάρι (Επινέφελος ο χαλκούς, Epinephelus Aeneus) με νόστιμο κρέας
-
παλιό παραδοσιακό τηγανόσχημο βεργόπλεκτο εργαλείο που χρησιμοποιούταν σε χωριά των Κυκλάδων σαν οικιακό μικρό λιοτρίβι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) idiomatic
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.