HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σφιχτόκωλος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σφιχτό κώλο
  2. που είναι υπερβολικά τυπικός
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Γιατί πρέπει πάντα οι φρουροί να είναι έτσι σφιχτόκωλοι; Τι τους κάνουν όταν τους εκπαιδεύουν; Τους βάζουν στην πρέσα; (Κώστας Βουλαζέρης, Ο Διαιρεμένος Θεός: Μια ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν, εκδ. Φανταστικός Ορίζοντας, σελ. 596 https://books.google.gr/books?id=KSM_CQAAQBAJ&lpg=PA596&dq=%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%82&pg=PA596#v=onepage&q=%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%82&f=false)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σφιχτόκωλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course