Meaning of συρράψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συρράπτω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
- θα συρράψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συρράπτω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.