Meaning of συν- | Babel Free
/sin/Ορισμοί
- πρόθημα που εκφράζει
- που γίνεται μαζί με κάποιον άλλον ή με κάτι άλλο
- ομοιότητα
- σχέση, σύνεδμος
Παραδείγματα
“συν- (syn-) + αγωνίζομαι (agonízomai, “strive”) → συναγωνίζομαι (synagonízomai, “compete”)”
“συναγωνίζομαι, συνθέτω”
“συνώνυμος, συγγενής, συμμετρικός”
“συνομοσπονδία, σύζυγος”
“σύνεδρος, σύνθεση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.