Σημασία του συντριφτήκανε | Babel Free
sin.driˈfti.ka.neΟρισμοί
colloquial variation of συντριφτήκαν (syntriftíkan), third-person plural simple past of συντρίβομαι (syntrívomai), the passive of συντρίβω (syntrívo)
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.