Σημασία του συντρίφτηκε | Babel Free
sinˈdri.fti.ceΟρισμοί
third-person singular simple past of συντρίβομαι (syntrívomai), the passive of συντρίβω (syntrívo)
form-of, informal, past, singular, third-person
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.