Meaning of συντακτικό | Babel Free
/sin.da.ktiˈko/Ορισμοί
- το τμήμα της γραμματικής που περιέχει κανόνες για τη δομή και τη λειτουργία μιας γλώσσας
-
μάθημα που ασχολείται με τους συντακτικούς κανόνες μιας γλώσσας figuratively
-
βιβλίο ή σύγγραμμα που παρουσιάζει και μελετά τους κανόνες αυτούς figuratively
- το σύνολο των κανόνων της διατύπωσης των εντολών σε μια γλώσσα προγραμματισμού
Ισοδύναμα
English
syntax
Παραδείγματα
“απαιτείται καλή γνώση του συντακτικού για τη μετάφραση του κειμένου”
“θα κάνουμε συντακτικό σήμερα”
“είναι πολύ καλό αυτό το συντακτικό”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.