συντακτικό
Ορισμοί
- το τμήμα της γραμματικής που περιέχει κανόνες για τη δομή και τη λειτουργία μιας γλώσσας
-
μάθημα που ασχολείται με τους συντακτικούς κανόνες μιας γλώσσας figuratively
-
βιβλίο ή σύγγραμμα που παρουσιάζει και μελετά τους κανόνες αυτούς figuratively
- το σύνολο των κανόνων της διατύπωσης των εντολών σε μια γλώσσα προγραμματισμού
Παραδείγματα
“απαιτείται καλή γνώση του συντακτικού για τη μετάφραση του κειμένου”
“θα κάνουμε συντακτικό σήμερα”
“είναι πολύ καλό αυτό το συντακτικό”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free