Meaning of συνδεσμοπλαστική | Babel Free
Ορισμοί
χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης ή αντικατάστασης ενός συνδέσμου, συχνά λόγω τραυματισμού ή εκφύλισης, με σκοπό την αποκατάσταση της σταθερότητας και της λειτουργικότητας της άρθρωσης
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.