συνδέθηκε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
Παραδείγματα
“Ο υπολογιστής συνδέθηκε αυτόματα με το δίκτυο.”
The computer connected automatically to the network.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free