Σημασία του συνήθισα | Babel Free
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
Παραδείγματα
“Συνήθισα να ξυπνάω νωρίς το πρωί.”
I got used to waking up early in the morning.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free