Meaning of στόμιο | Babel Free
Ορισμοί
-
άνοιγμα που αποτελεί την είσοδο ή την έξοδο ενός αντικειμένου ή μιας γεωγραφικής περιοχής formal
- οπή σε ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος
- το πεπλατυσμένο άκρο των πνευστών μουσικών οργάνων
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.