στριπτίζ
Ορισμοί
το γδύσιμο, η ενέργεια με την οποία κάποιος/κάποια βγάζει αργά τα ρούχα του/της με τη συνοδεία μουσικής, συχνά σε δημόσιο χώρο διασκέδασης, για να ερεθίσει σεξουαλικά τον/τους θεατές
Ισοδύναμα
Englishstriptease
24 more languages
Češtinastriptýz
DeutschStriptease
Esperantostriptizo
Íslenskanektardans
ქართულისტრიპტიზი
한국어스트립쇼
Kurdîstriptîz
Македонскистриптиз
Polskistriptiz
Русскийстриптиз
Türkçestriptiz
Українськастриптиз
Tiếng Việtthoát y vũ
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free