Meaning of στριμωγμένη | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριμωγμένος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είμαι στριμωγμένη στο μετρό”
“Δεν μπορώ να κάνω παρατυπίες και διευκολύνσεις, γιατί είμαι στριμωγμένη, με έχουν βάλει στο μάτι”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.