Meaning of στριμωγμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει στριμωχτεί, που είναι συμπιεσμένος, σφηνωμένος
-
που δεν έχει περιθώρια ελιγμών figuratively
Παραδείγματα
“Είμαι στριμωγμένος στο λεωφορείο τώρα δεν μπορώ να μιλάω στο κινητό σαν τις ψωνάρες”
“…βαρύ κάστρο γύρω γύρω τη βασανισμένη πολιτεία των μεταλλείων, με τα φουγάρα και τα εργοστάσια και με τα στριμωγμένα χαμόσπιτα της αργατιάς (Βάσος Δασκαλάκης για το Λαύριο, "Οι Ξεριζωμένοι")”
“Φίλε, δεν μπορώ να βοηθήσω, γιατί είμαι πολύ στριμωγμένος οικονομικά”
“Ο προϊστάμενος με έχει βάλει στο μάτι και είμαι στριμωγμένος (από δουλειά)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.