Meaning of στρατιά | Babel Free
/stɾa.tiˈa/Ορισμοί
- η μεγαλύτερη στρατιωτική μονάδα με ενιαία διοίκηση που αποτελείται από σώματα στρατού
- γυναικείο όνομα
-
πολυάριθμη ομάδα (δηλώνει υπερβολή, ή λέγεται σε ειρωνικό ύφος) figuratively
Παραδείγματα
“Οι στρατιές του Χίτλερ απειλούσαν την Ευρώπη.”
Hitler's armies threatened Europe.
“Ο διοικητής της Πρώτης Στρατιάς ...”
The commanding General of the First Army ...
“Mια στρατιά εργατών ...”
An army of labourers ...
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.