Meaning of σταυραετός | Babel Free
/sta.vɾa.eˈtos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Σταυραετού)
- είδος αετού
- κορυφή βουνού της Αττικής, στο νότιο τμήμα του Υμηττού
-
τιμητική προσφώνηση προς εκδήλωση θαυμασμού figuratively, vulgar
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: σταυραϊτός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.