HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σταυραϊτός | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. είδος αετού
  2. τιμητική προσφώνηση ανένταχτων οπλαρχηγών, καπεταναίων, κλεφτών και αρματολών επί τουρκοκρατίας και ειδικότερα κατά την ελληνική επανάσταση του 1821
    vulgar

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: σταυραετός”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σταυραϊτός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course