Meaning of στήσιμο | Babel Free
/ˈsti.si.mo/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω
- η τοποθέτηση σε όρθια θέση κάποιων πραγμάτων
- η κατασκευή, η συναρμολόγηση
- οι ενέργειες για τη δημιουργία, οργάνωση κ.λπ. μιας επιχείρησης, ενός σχεδίου κ.τ.ό.
-
η πόζα που παίρνει κάποιος, προκειμένου να φωτογραφηθεί κ.λπ. familiar
-
η πολύωρη παραμονή σε κάποιο σημείο familiar
-
η αναγκαστική παραμονή σε «ουρά» για εξυπηρέτηση familiar
-
η μεγάλη αναμονή σε προγραμματισμένο ραντεβού ή η ματαίωσή του familiar
-
η εσκεμμένη αθέμιτη αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων για στοιχηματικούς ή άλλους οικονομικούς λόγους familiar
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.