Meaning of σπιράλ | Babel Free
/spiˈɾal/Ορισμοί
- αντικείμενα που είναι παρόμοια με ελικοειδή σωλήνα
- τετράδιο που οι σελίδες του συνδέονται με ένα ελικοειδές σύρμα ή πλαστικό
- συσκευή σχήματος τ, κατασκευασμένο από χαλκό ή πλαστικό που τοποθετείται στην κοιλότητα της μήτρας για να πετύχει η αντισύλληψη
- ειδικό εντομοαπωθητικό
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.