σπαθόσεγα
Ορισμοί
ηλεκτρικό εργαλείο με πριονωτή λάμα για κοπή αντικειμένων από διάφορα υλικά, όπως ξύλο, μέταλλο, πλαστικό
Ισοδύναμα
10 more languages
Catalàserra de sabre
Suomipuukkosaha
Galegoserra de sabre
日本語レシプロソー
Polskipilarka szablasta
Portuguêsserra de sabre
Русскийножовочная пила
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free