σπαθάρης
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
κάποιος που χειρίζεται επιδέξια το σπαθί dated
-
κατασκευαστής σπαθιών dated
-
θαρραλέος dated, figuratively
-
ντόμπρος, έντιμος dated, figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free