Meaning of σουλουπώνω | Babel Free
/su.luˈpo.no/Ορισμοί
φροντίζω κάποιον ή κάτι ώστε να βελτιωθεί η εξωτερική του εμφάνιση
Παραδείγματα
“Τον πήγανε στα μαγαζιά να αγοράσει καινούρια ρούχα, να τον σουλουπώσουνε κάπως.”
“Το αρχικό κείμενο του άρθρου είχε πολλές ασυνταξίες, αλλά μετά από πολλή δουλειά κάπως το σουλούπωσε ο διορθωτής.”
“Σουλουπώσου λίγο! Χτένισε τα μαλλιά σου! Βάλε και λίγο κραγιονάκι...”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.