Meaning of σουλουπώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
- θα σουλουπώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σουλουπώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.