Σημασία του σμίλη | Babel Free
Ορισμοί
- εργαλείο διαφόρων επαγγελμάτων (λιθοξόου, σιδηρουργού, χειρουργού κλπ), που έχει μία πεπλατυσμένη κοφτερή άκρη
- όνομα αστερισμού
- δόντι σμιλόδοντα
Παραδείγματα
“Ο γλύπτης δουλεύει το μάρμαρο με τη σμίλη.”
The sculptor works the marble with the chisel.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free