HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του σκατο- | Babel Free

Φράση CEFR B1
ˈskato

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό
  2. που δηλώνει αναφορά στα ανθρώπινα περιττώματα
  3. για χαρακτηρισμό εκείνου που δηλώνεται στο δεύτερο συνθετικό
    familiar, offensive, vulgar

Παραδείγματα

“σκατο- (skato-) + -λογία (-logía, “-logy”) → σκατολογία (skatología, “scatology”)”
“σκατο- (skato-) + μύγα (mýga, “fly”) → σκατόμυγα (skatómyga, “dungfly”)”
“σκατο- (skato-) + δουλειά (douleiá, “job, work”) → σκατοδουλειά (skatodouleiá, “wretched job”)”
“σκατο- (skato-) + παιδί (paidí, “child”) → σκατόπαιδο (skatópaido, “little shit, horrible child”)”
“σκατο- (skato-) + φάτσα (fátsa, “face”) → σκατόφατσα (skatófatsa, “ugly face”)”
“σκατο- (skato-) + γέρος (géros, “old man”) → σκατόγερος (skatógeros, “wretched old man, dirty old man”)”
“σκατοφαγία”
“σκατοκατάσταση”
“σκατόγερος”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σκατο- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free