Meaning of σκαλομαρία | Babel Free
Ορισμοί
η πρακτική να μετακινείται κάποιος κρεμασμένος στην εξωτερική μεριά ενός οχήματος, συνήθως σε τραμ ή άλλο μέσο μεταφοράς κινούμενο πάνω σε σιδηροτροχιά, χωρίς να πληρώνει εισιτήριο
colloquial, dated
Παραδείγματα
“※ […] σκαλομαρία σήμαινε να κρεμιέσαι τζάμπα στο βαγόνι πίσω ή πλάγια και να πηδάς εν κινήσει [για] να ξεφεύγεις την πληρωμή […]”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.