Meaning of σιμουλτανέ | Babel Free
Ορισμοί
- την ίδια στιγμή
- διεξαγωγή αγώνα (συνήθως επίδειξης) στο σκάκι, στη διάρκεια του οποίου ένας έμπειρος σκακιστής (π.χ. γκρανμέτρ) παίζει ταυτόχρονα με πολλούς αντιπάλους
Παραδείγματα
“Συχνά έχουμε αναφερθεί στους διαφορετικούς τρόπους παιξίματος του πνευματικού μας αθλήματος, ένας από τους οποίους είναι και ο αγώνας «Σιμουλτανέ», όπου ένας ισχυρός μετρ αντιμετωπίζει ταυτόχρονα έναν μεγάλο αριθμό αντιπάλων κατώτερων κατηγοριών. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.