σεβάστηκα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
Παραδείγματα
“Πάντα σεβάστηκα τις αποφάσεις των γονιών μου.”
I always respected my parents' decisions.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free