HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σαρκίο | Babel Free

Noun CEFR B1
/saɾˈci.o/

Ορισμοί

  1. η ανθρώπινη ύπαρξη ως σάρκα, ως ύλη
    offensive
  2. η ζωή
    broadly

Παραδείγματα

“※ Ο Νίκος, όπως οι περισσότεροι χαρακτήρες του Κορτώ, κουβαλά με κόπο στις σελίδες το καθημαγμένο του σαρκίο αδημονώντας για τον αφανισμό του, την ακύρωση της γέννησής του…" (από τη "Βιβλιοθήκη" της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 30 Ιανουαρίου 2009)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σαρκίο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course