Meaning of σαράκι | Babel Free
Ορισμοί
- σκώρος
- μαράζι, θλίψη
Παραδείγματα
“※ Το σαράκι αντίς να την τρώει την έτρεφε - είχε γίνει δυο φορές πιο παχιά. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.