Meaning of σακί | Babel Free
/saˈci/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- σάκος
Ισοδύναμα
English
sack
Παραδείγματα
“※ Στο βαπόρι είχανε να ξεφορτώσουν σακιά μ' αλεύρι. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.