σέγα
Ορισμοί
μηχανικό ή χειροκίνητο πριόνι, φορητό ή σταθερό, με λεπτή λάμα για κοπή σχημάτων ή σχεδίων σε επιφάνειες (κατά κανόνα ξύλινες)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Με τη σέγα έκοψα το ξύλο σε σχήματα.”
With the jigsaw I cut the wood into shapes.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free