ρύθμισα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυθμίζω
Παραδείγματα
“Ρύθμισα τη θερμοκρασία του δωματίου πριν κοιμηθώ.”
I set the room temperature before going to sleep.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free